Ανάλυση: Η διεθνής στρατηγική Τραμπ

 

Μετά από μήνες –αν όχι χρόνια– απειλών, ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε τελικά πράξη το περασμένο Σαββατοκύριακο την προειδοποίησή του για στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών εξουσιοδότησε τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να συνεργαστούν με τον στρατό του Ισραήλ σε μια εκτεταμένη επίδειξη στρατιωτικής ισχύος εναντίον πολλαπλών ιρανικών στόχων.
Η επιχείρηση αυτή αποτελεί μέχρι στιγμής τη μεγαλύτερη στρατιωτική ενέργεια της προεδρίας του. Παράλληλα, σηματοδοτεί μια σημαντική μετατόπιση σε σχέση με την εικόνα που είχε καλλιεργήσει ο ίδιος κατά την προεκλογική του εκστρατεία, όταν υποσχόταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα εμπλακούν σε νέους πολέμους στη Μέση Ανατολή. Η επίθεση κατά του Ιράν δεν είναι μόνο μια στρατιωτική κίνηση· είναι επίσης ένα μήνυμα προς συμμάχους και αντιπάλους. Ωστόσο, το περιεχόμενο και η στρατηγική λογική αυτού του μηνύματος παραμένουν αντικείμενο έντονης συζήτησης.
Μια νέα στρατηγική χρήση της στρατιωτικής ισχύος
Πολλοί αναλυτές περιγράφουν την προσέγγιση του Τραμπ ως μια «αντίστροφη εκδοχή» της λεγόμενης «δοξασίας Πάουελ», που διαμορφώθηκε από τον στρατηγό και πρώην υπουργό Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ μετά τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ.
Η στρατηγική εκείνη υποστήριζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να προσφεύγουν στον πόλεμο μόνο ως έσχατη λύση, όταν έχουν εξαντληθεί όλες οι διπλωματικές επιλογές και όταν υπάρχει σαφής στόχος, σχέδιο εξόδου και ευρεία πολιτική στήριξη. Η προσέγγιση του Τραμπ φαίνεται να ακολουθεί διαφορετική λογική: η στρατιωτική ισχύς αντιμετωπίζεται ως ένα από τα διαθέσιμα εργαλεία της εξωτερικής πολιτικής, που μπορεί να χρησιμοποιείται επιλεκτικά για την άσκηση πίεσης ή την επίτευξη γρήγορων αποτελεσμάτων.
Σύμφωνα με το Responsible Statecraft, η Ουάσιγκτον υπό τον Τραμπ φαίνεται να προτιμά περιορισμένες αλλά αιφνιδιαστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις αντί για μακροχρόνιες στρατιωτικές επεμβάσεις. Η λογική είναι να επιτυγχάνεται γεωπολιτικό πλεονέκτημα χωρίς το οικονομικό και πολιτικό κόστος που συνεπάγονται οι παρατεταμένες συγκρούσεις.
Υποστήριξη αλλά και έντονη κριτική
Ορισμένοι υποστηρικτές της πολιτικής αυτής θεωρούν ότι πρόκειται για μια πιο ρεαλιστική και αποτελεσματική στρατηγική. H εφημερίδα Wall Street Journal έχει υποστηρίξει ότι η χρήση στοχευμένης αλλά συντριπτικής δύναμης μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή και να αποφέρει στρατηγικά οφέλη, ιδιαίτερα απέναντι σε αντιπάλους που θεωρούνται ευάλωτοι, όπως η Βενεζουέλα ή το Ιράν.
Σε αυτή τη λογική, η προσωπικότητα του ίδιου του Τραμπ θεωρείται επίσης μέρος της στρατηγικής. Οι υποστηρικτές του υποστηρίζουν ότι εμφανίζεται πρόθυμος να αναλάβει ρίσκα που προηγούμενοι πρόεδροι απέφευγαν, ενισχύοντας έτσι την αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής.
Ωστόσο, άλλοι αναλυτές βλέπουν το ίδιο μοτίβο ως ένδειξη μιας πιο επικίνδυνης δυναμικής. Η καναδική εφημερίδα National Post έχει περιγράψει τις στρατιωτικές κινήσεις της κυβέρνησης σε περιοχές όπως η Αφρική, η Κεντρική Αμερική και η Μέση Ανατολή ως μέρος ενός «κλιμακούμενου κύκλου βίας».
Κατά την ίδια ανάλυση, ο κοινός παρονομαστής αυτών των παρεμβάσεων δεν είναι απαραίτητα μια συνεκτική στρατηγική, αλλά ένας βαθμός πολιτικού οπορτουνισμού. Η χρήση στρατιωτικής ισχύος φαίνεται να επιλέγεται κυρίως όταν το πολιτικό κόστος θεωρείται περιορισμένο και όταν υπάρχει η προοπτική μιας γρήγορης και θεαματικής επιτυχίας.
Η γεωπολιτική και το ενεργειακό παιχνίδι
Οι κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ συνδέονται επίσης με ευρύτερες γεωπολιτικές και ενεργειακές επιδιώξεις. Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι στόχος του είναι η εδραίωση των Ηνωμένων Πολιτειών ως της «υπ’ αριθμόν ένα ενεργειακής υπερδύναμης».
Η στρατηγική αυτή φαίνεται να επηρεάζει και την πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα. Μετά τις πρόσφατες παρεμβάσεις στην περιοχή, ορισμένοι αναλυτές μίλησαν για επιστροφή σε παλαιότερες μορφές γεωπολιτικού ανταγωνισμού, που θυμίζουν την εποχή των μεγάλων σφαιρών επιρροής.
Άλλοι, όμως, υποστηρίζουν ότι το φαινόμενο είναι διαφορετικό. Σύμφωνα με τον Guardian, η στενή σύνδεση της εξωτερικής πολιτικής με επιχειρηματικά συμφέροντα ενδέχεται να αντανακλά μια νέα μορφή διακυβέρνησης, όπου πολιτική εξουσία και οικονομική ισχύς διαπλέκονται πιο άμεσα.
Όταν η εξωτερική πολιτική προσωποποιείται
Για τον ιστορικό διεθνών σχέσεων Phillips O’Brien, από το University of St Andrews, αυτή η δυναμική αναδεικνύει μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υπόθεση ότι τα κράτη δρουν κυρίως με βάση απρόσωπα εθνικά συμφέροντα αμφισβητείται όταν η πολιτική ισχύς συγκεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από την προσωπικότητα ενός ηγέτη. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής ενδέχεται να αντανακλούν όχι μόνο στρατηγικούς υπολογισμούς, αλλά και τις προσωπικές πολιτικές προτεραιότητες του εκάστοτε προέδρου.
Αν η ανάλυση αυτή αποδειχθεί σωστή, τότε η σύγκρουση με το Ιράν δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Θα μπορούσε να θεωρηθεί και ένα παράδειγμα του πώς η εξωτερική πολιτική μιας υπερδύναμης μπορεί να διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από τις επιλογές και το πολιτικό στυλ ενός μόνο ηγέτη.

πηγη: newsdesk.gr