ΕΒΕΠ «Προειδοποιητικό σήμα για τριπλή πίεση στον πληθωρισμό»

Ο πληθωρισμός επέστρεψε δριμύτερος, μέσω των τιμών ενέργειας, φέρνοντας νέα δοκιμασία για τα εισοδήματα των νοικοκυριών και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων στη χώρα μας. Η ανακοίνωση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή από την ΕΛΣΤΑΤ για τον Μάρτιο του 2026, με τον ετήσιο πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 3,9%, συνιστά μια εξέλιξη που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Πρόκειται για σαφή επιτάχυνση σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες και, κυρίως, για ένδειξη ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται εκ νέου σε μια φάση εντεινόμενων πληθωριστικών πιέσεων, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις. Η αύξηση του πληθωρισμού δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική μεταβολή, αλλά αντικατοπτρίζει βαθύτερες δομικές και συγκυριακές εξελίξεις. Καταρχάς, ο βασικός παράγοντας που επαναφέρει τις πληθωριστικές πιέσεις είναι η ενέργεια. Οι αυξήσεις σε καύσιμα κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης και μεταφορές επηρεάζουν οριζόντια το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, λειτουργώντας ως “πολλαπλασιαστής κόστους” για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν “εισαγόμενο πληθωρισμό”, που δεν πηγάζει από υπερθέρμανση της εγχώριας ζήτησης, αλλά από διεθνείς εξελίξεις και γεωπολιτικές εντάσεις. Ταυτόχρονα, η άνοδος των τιμών δεν περιορίζεται μόνο στην ενέργεια, αλλά και στις υπηρεσίες που εμφανίζουν επίμονη αύξηση. Η στέγαση με 5,7%, αντανακλά το αυξημένο λειτουργικό κόστος και τις πιέσεις στους μισθούς, ενώ τα τρόφιμα με 4,5% συνεχίζουν να επιβαρύνουν το οικογενειακό καλάθι. Το αποτέλεσμα είναι μια “πολύπλευρη” πληθωριστική πίεση, η οποία πλήττει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, ενισχύοντας το αίσθημα ακρίβειας στην αγορά. Το πιο επικίνδυνο είναι πως δεν έχουμε έναν “μονοδιάστατο”πληθωρισμό, αλλά έχουμε να αντιμετωπίσουμε ταυτόχρονα μια τριπλή πίεση από τα μέτωπα της ενέργειας, των τροφίμων και της στέγασης. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σύγκριση με την Ευρωζώνη με τον πληθωρισμό τον Μάρτιο στο 2,6%. Η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο, γεγονός που δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Σε ένα περιβάλλον ενιαίου νομίσματος, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα συναλλαγματικής προσαρμογής, η διαφορά πληθωρισμού μεταφράζεται σε αυξημένο σχετικό κόστος για την ελληνική οικονομία. Αυτό επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών, αλλά και την ελκυστικότητα του τουριστικού προϊόντος, ειδικά σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού. Για τις επιχειρήσεις, η νέα αυτή φάση πληθωρισμού δημιουργεί ένα σύνθετο πλαίσιο προκλήσεων. Από τη μία πλευρά, το κόστος παραγωγής και λειτουργίας αυξάνεται, ιδίως λόγω της ενέργειας και των μεταφορών κατά 8,1%. Από την άλλη, η δυνατότητα μετακύλισης του κόστους στους τελικούς καταναλωτές είναι περιορισμένη, καθώς η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών πιέζεται. Το αποτέλεσμα είναι η συμπίεση των περιθωρίων κέρδους και η ενίσχυση της αβεβαιότητας, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της ελληνικής οικονομίας. Η εξέλιξη του πληθωρισμού τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία των διεθνών τιμών ενέργειας και τη γεωπολιτική σταθερότητα. Εάν οι πιέσεις αυτές αποκλιμακωθούν, είναι πιθανή μια σταδιακή επιστροφή σε χαμηλότερα επίπεδα πληθωρισμού. Το κρίσιμο θέμα είναι πως δεν γνωρίζουμε πιο από τα δύο σενάρια, τελικά θα αντιμετωπίσουμε, κάτι παροδικό μετά από ένα γεωπολιτικό σοκ και μια τεχνική κορύφωση ή μια νέα δομική τάση, που εάν διατηρηθεί η ελληνική οικονομία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο “κανονικό” υψηλότερου πληθωρισμού. Συνολικά, το 3,9% του Μαρτίου δεν συνιστά μια ακραία τιμή, αλλά αποτελεί σαφές προειδοποιητικό σήμα για τη συνέχεια. Υπενθυμίζει ότι η μάχη κατά της ακρίβειας θα αργήσει να κερδηθεί και ότι η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωγενείς διαταραχές. Επισημαίνει πως η αγοραστική δύναμη συμπιέζεται, τα επιτόκια κρατώνται υψηλά και ενισχύεται μια “αγορά δύο ταχυτήτων”.